Σαπουντζής: «Αν έφευγα από τον Πανιώνιο μετά τον τελικό, θα ξεσηκωνόταν η Νέα Σμύρνη»

Πέρασαν 18 χρόνια από την ημέρα που σταμάτησε την καριέρα του σε ηλικία 32 ετών ο Αντώνης Σαπουντζής.
Ένα από τα μεγάλα δεκάρια της εποχής, με το χαρακτηριστικό μαλλί και το φοβερό δεξί πόδι. Το Gazzetta ταξίδεψε στην Έδεσσα και συνάντησε τον ποδοσφαιριστή ο οποίος το 1998 οδήγησε τον Πανιώνιο στην κατάκτηση του Κυπέλλου και που στο ιστορικό παιχνίδι εναντίον της Λάτσιο το 1998-1999 μπήκε στην αφίσα της αναμέτρησης δίπλα στον Χιλιανό Μαρσέλο Σάλας.
Ο 50χρονος Σαπουντζής θυμήθηκε τα παιδικά του χρόνια, τότε που πετούσε την τσάντα μετά το σχολείο για να παίξει μπάλα μέχρι να σκοτεινιάσει. Από τον Εδεσσαϊκό στον Άρη, από εκεί η πενταετία στον Πανιώνιο, ο Ηρακλής, ο ΟΦΗ και η Κέρκυρα, στην οποία έβαλε τέλος στην καριέρα του. Το άλμα που δεν θεωρεί ότι έκανε γιατί θα γινόταν χαμός στη Νέα Σμύρνη, οι προτάσεις των μεγάλων που απορρίφθηκαν από τη διοίκηση του Πανιωνίου με την οποία οι σχέσεις του είχαν φτάσει σε άλλο επίπεδο και ο Πάντιτς με τον οποίο βρίσκονταν με κλειστά μάτια. Ο Κυράστας και ο Ηρακλής του Μυτιληναίου, εκείνο που δεν έκανε και για το οποίο μετανιώνει, ο γιος του Τάσος που αγωνίζεται στον Ολυμπιακό και η ζωή του στην Έδεσσα, τώρα πλέον που τα φώτα έχουν φύγει από πάνω του...

Τί θυμάσαι από τα παιδικά σου χρόνια;
«Από μικρός στις γειτονιές, στις αλάνες. Μαζευόμασταν με τα παιδιά και παίζαμε μέχρι να νυχτώσει. Μόνο με αυτό ασχολιόμουν, χωρίς να έχω ποτέ στο μυαλό μου ότι θα κάνω την καριέρα που έκανα. Χρόνο με το χρόνο μου άρεσε όλο και πιο πολύ».

Ποιος ήταν ο πρώτος άνθρωπος που σε βοήθησε περισσότερο να μπεις στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο;
«Όταν ήμουν στον Εδεσσαϊκό, η ομάδα ήταν στη Γ' Εθνική. Τότε δεν ήταν όπως τώρα, που μπορείς εύκολα να παρακολουθήσεις έναν ποδοσφαιριστή τρίτης κατηγορίας ή και του τοπικού. Θεωρώ ότι τα βήματα τα έκανα μόνος μου, αλλά παίρνοντας θετικά στοιχεία από τους μεγαλύτερους, τους οποίους ακολουθούσα όσο μπορούσα».

Όταν ήρθε η στιγμή να υπογράψεις το πρώτο σου επαγγελματικό συμβόλαιο πώς ένιωσες; Τί θυμάσαι από εκείνες τις μέρες;
«Ήταν ό,τι καλύτερο γιατί για 4-5 χρόνια ήμουν σε ακαδημία, άλλο ένα χρόνο στον Εδεσσαϊκό και ήταν η επίτευξη των στόχων εκείνης της εποχής. Υπέγραψα στα 17-18 επαγγελματικό συμβόλαιο και τότε μπορώ να πω ότι στρώθηκα περισσότερο στη δουλειά και έλεγα ότι μπορώ να πετύχω».

Πάντα σου άρεσε να σουτάρεις και να εκτελείς φάουλ;
«Ναι μου άρεσε ο ηγετικός ρόλος μέσα στο γήπεδο. Έπαιζα μέσος από το ξεκίνημα της πορείας μου. Το θέμα των σουτ και η εκτέλεση των στατικών φάσεων ήταν θέμα δουλειάς. Το είχα δουλέψει με τους προπονητές που είχα, αλλά και φυσικά πολλές ώρες προπόνησης μόνος μου».

Στα πρώτα σου χρόνια ως ποδοσφαιριστής τι θυμάσαι περισσότερο;
«Τα πρώτα μου χρόνια ήταν στον Εδεσσαϊκό. Στόχος μου ήταν να δουλεύω και να καθιερωθώ στην ομάδα και αργότερα να κάνω τη μεταγραφή που όλοι οι ποδοσφαιριστές επιθυμούν στο ξεκίνημα της καριέρας τους. Έβλεπα κάποιους ποδοσφαιριστές, είχα κάποια πρότυπα, χωρίς να θέλω να αναφέρω ονόματα για να μην αδικήσω κάποιον. Ήμουν αφοσιωμένος στο ποδόσφαιρο, γιατί με αυτό ήθελα να ασχοληθώ».

Μετά τον Εδεσσαϊκό ήρθε η μεταγραφή στον Άρη.
«Κατ' αρχήν θα ήθελα να πω ότι και τα χρόνια μου στον Εδεσσαϊκό ήταν πολύ καλά. Έζησα δύο ανόδους. Μία από τη Γ' Εθνική στη Β' και αργότερα για πρώτη φορά στην ιστορία του συλλόγου, άνοδο στη μεγάλη κατηγορία. Τότε ήρθε η πρόταση από τον Αρη. Ήταν μεγάλη ικανοποίηση και χαρά. Είχαν ανέβει οι προσδοκίες και της ομάδας που με πήρε, αλλά και οι δικές μου για τον ίδιο μου τον εαυτό. Θα έλεγα ότι ανταμείφθηκα για εκείνα τα χρόνια στον Εδεσσαϊκό».

Πώς ήταν η εμπειρία σου στον Άρη;

«Πολύ διαφορετική σε σχέση με τον Εδεσσαϊκό. Η Έδεσσα ζούσε για την ομάδα, αλλά βρισκόταν τότε στη δεύτερη κατηγορία. Ο Άρης ήταν μια ομάδα με κόσμο. Εκεί ένιωσα πραγματικά το ποδόσφαιρο. Γέμιζε κάθε Κυριακή το γήπεδο. Οι απαιτήσεις του κόσμου και της ομάδας ήταν μεγάλες. Βγήκαμε στην Ευρώπη τη μία από τρεις χρονιές που έμεινα στον Άρη. Είχαμε κάνει αρκετά καλή πορεία. Εγώ ένιωσα ότι χρειαζόταν να δουλέψω περισσότερο για να καθιερωθώ και το κυριότερο να κρατήσω στο χρόνο. Να μην έμενα δηλαδή για 1-2 χρόνια στη μεγάλη κατηγορία. Νομίζω ότι τα κατάφερα».

Όταν ήρθε η στιγμή να φύγεις από τον Άρη και να υπογράψεις στον Πανιώνιο, ήταν δική σου η απόφαση;
«Δεν θα έλεγα ότι ήταν απόφαση της διοίκησης ή δική μου. Είχα υπογράψει τετραετές συμβόλαιο στον Άρη και μετά την ολοκλήρωση του τρίτου χρόνου, δεν έπαιρνα όσο χρόνο συμμετοχής πίστευα ότι μπορώ να πάρω. Υπήρχαν άτομα της διοίκησης και προπονητές που υποστήριζαν ότι έπρεπε να μείνω και τον τέταρτο χρόνο. Ήταν στις σκέψεις μου να το κάνω, γιατί η αλήθεια είναι ότι πέρασα τρία φανταστικά χρόνια στον Άρη. Έφτασε όμως η πρόταση από τον Πανιώνιο, μια μεγάλη ομάδα. Μετά τις πέντε της Ελλάδας, θα έβαζα τον Πανιώνιο. Με έπεισαν και αποφάσισα να υπογράψω εκεί. Δεν το μετάνιωσα καθόλου. Έμεινα πέντε χρόνια».

Ποιος ήταν ο άνθρωπος του Πανιωνίου που σε προσέγγισε και σε έπεισε να υπογράψεις στον Πανιώνιο;
«Ο Λουκάς Σιότροπος, ο ανιψιός του δημάρχου της Νέας Σμύρνης. Εκείνος επικοινώνησε πρώτος μαζί μου μετά από ένα παιχνίδι Άρης - Πανιώνιος, την τελευταία αγωνιστική του πρωταθλήματος. Μου είπε ότι ενδιαφέρονταν και καθίσαμε να συζητήσουμε».

Η κατάκτηση του Κυπέλλου με τον Πανιώνιο ήταν η πιο ξεχωριστή σου στιγμή αυτή την πενταετία;
«Ανεπανάληπτη στιγμή, κάτι που δεν έχω ξεχάσει και που δεν πρόκειται να ξεχάσω. Ήταν κάτι συγκλονιστικό. Ήμασταν μια παρέα. Όσο περνούσε ο καιρός πιστεύαμε στην κατάκτηση και τελικά το καταφέραμε».


Ένιωθες ο ηγέτης αυτής της ομάδας;
«Μετά τον δεύτερο χρόνο, ή τον τρίτο, θα έλεγα πως ναι. Και ο κόσμος και η ομάδα είχε απαιτήσεις από εμένα. Πάντως είχαμε πάρα πολλούς καλούς ποδοσφαιριστές τα χρόνια που βρέθηκα στον Πανιώνιο. Η φουρνιά εκείνη με Φύσσα, Βόκολο, Ναλιτζή, Μάντζιο. Ήμασταν όλοι ηγέτες. Όλοι μια γροθιά και γι' αυτό καταφέραμε αυτό που καταφέραμε».

Εκτός από την κατάκτηση του Κυπέλλου, ποια άλλη δυνατή στιγμή μπορείς να θυμηθείς στον Πανιώνιο;

«Η πορεία μας στην Ευρώπη. Ενώ μας είχαν ξεγραμμένους, περάσαμε τρεις γύρους και είχαμε φτάσει στους 8 του Κυπέλλου Κυπελλούχων. Μπροστά μας βρέθηκε το μεγαθήριο της Λάτσιο, η οποία ήταν πρωταθλήτρια Ιταλίας, μια ολοκληρωμένη ομάδα».

Πώς βιώσατε τότε το γεγονός ότι θα αντιμετωπίζατε τους πρωταθλητές Ιταλίας; Τί θυμάσαι από εκείνες τις μέρες;
«Από τη μία θέλαμε να περάσουμε τουλάχιστον έναν ακόμη γύρο, από την άλλη θέλαμε και την εμπειρία να αντιμετωπίσουμε ένα τόσο ισχυρό κλαμπ. Είχαμε δει αυτά τα παιχνίδια όπως εκείνο με τον Παναθηναϊκό στον τελικό. Να τα διασκεδάσουμε, να πάρουμε εμπειρίες και να το χαρούμε».


Θυμάσαι κάποιο ιδιαίτερο περιστατικό από αυτούς τους αγώνες;
«Θυμάμαι ότι στο πρώτο παιχνίδι στη Νέα Σμύρνη δεχτήκαμε γκολ στην αρχή. Εκεί παγώσαμε. Σκεφτόμασταν μήπως μπορέσουμε να κοντράρουμε τη Λάτσιο, η οποία όμως προηγήθηκε μόλις στο 3ο λεπτό. Επίσης θυμάμαι όταν πήγαμε να δώσουμε τη ρεβάνς στο Ολίμπικο. Ένα από τα καλύτερα γήπεδα στα οποία αγωνίστηκα. Και μια από τις σπουδαιότερες εμπειρίες που έζησα ως ποδοσφαιριστής. Να κάνεις την προηγούμενη μέρα προπόνηση στο Ολίμπικο και την επομένη να αντιμετωπίζεις τον Μαντσίνι, τον Νέντβεντ, τον Στάνκοβιτς. Ήταν κάτι εξωπραγματικό».

Σου είχαν πει κάτι εσένα προσωπικά;
«Όχι, καλά - καλά δεν μας γνώριζαν. Απλώς θυμάμαι ότι οι Ιταλοί είχαν δημιουργήσει αφίσα για το παιχνίδι και πάνω της ήμουν εγώ από τη μία πλευρά και ο Σάλας από την άλλη. Ήταν κάτι πολύ ωραίο».


Μετά τον Πανιώνιο, ο Ηρακλής. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία;
«Αρκετά καλή, αλλά σύντομη. Έμεινα 1,5 χρόνο. Είχε περάσει η πενταετία μου στον Πανιώνιο. Ο συγχωρεμένος Γιάννης Κυράστας μιλούσε για να πάει στον Άρη του Κοντομηνά ή στον Ηρακλή του Μυτιληναίου. Πήγε τελικά στον Ηρακλή και τον ακολούθησα. Κι εκεί έτυχα σε χρονιά Ευρώπης. Αρκετά καλή ομάδα, αλλά ίσως δεν αφέθηκε ο κ. Μυτιληναίος να δουλέψει. Αυτό που πήγαμε να κάνουμε, να ανεβάσουμε την ομάδα σε υψηλότερο επίπεδο, δεν καρποφόρησε. Μετά τη διετία άρχισε να πέφτει η ομάδα. Μετά τον Ηρακλή πήγα στον ΟΦΗ, σε μια επίσης πολύ καλή ομάδα, που έδινε στον ποδοσφαιριστή όλα τα εφόδια για να δουλέψει. Μια ομάδα με προπονητικό κέντρο, μια πιο ήρεμη ομάδα με κόσμο που δεν πίεζε τον ποδοσφαιριστή. Παίζαμε ελεύθερο ποδόσφαιρο».

Έκλεισες την καριέρα σου στην Κέρκυρα σε ηλικία 32 ετών. Γιατί;
«Είχα πάει για ένα εξάμηνο με σκοπό να ανέβει η ομάδα. Θυμάμαι ότι 2-3 αγωνιστικές πριν από το τέλος δεν θα το κατάφερνε και αποφάσισα να μην συνεχίσω. Οι προτάσεις που είχα από εκείνο το σημείο και μετά δεν ήταν ό,τι καλύτερο, ενώ γεννήθηκε και ο γιος μου το 2002 και αυτό με επηρέασε στην τελική μου απόφαση να σταματήσω».

Ήταν δύσκολη η στιγμή που αποφάσισες να σταματήσεις;

«Ήταν αρκετά δύσκολο, ειδικά όταν έχεις συνηθίσει να παίζεις περισσότερα από δέκα χρόνια στη μεγάλη κατηγορία. Γι' αυτό δεν το έκοψα μαχαίρι και γύρισα για 2-3 στην ομάδα που πρωτοξεκίνησα, τον Ηρακλή Έδεσσας. Ήταν δύσκολη απόφαση, αλλά έπρεπε να την αποδεχτώ».

Είχες σχέδια για το τί θα έκανες μετά την απόσυρσή σου από τη δράση ή όλα ήρθαν στην πορεία;
«Σχέδια δεν είχα βάλει γιατί σταμάτησα κάπως ξαφνικά το ποδόσφαιρο. Στην πορεία προέκυψε η προπονητική και ασχολήθηκα περισσότερο με τα παιδιά μου».

Πόσα παιδιά έχεις;
«Έχω δυο γιους. Ο ένας που παίζει στον Ολυμπιακό είναι ο μεγάλος. Τον μικρό τον έχω στην ομάδα που είμαι προπονητής, στη Θύελλα Σαρακηνών (σ. ομάδα Γ' Εθνικής)».

Ο Τάσος που ανήκει πλέον στον Ολυμπιακό, συμμετέχοντας μάλιστα εφέτος στην προετοιμασία της πρώτης ομάδας, σε ρωτάει για το ποδόσφαιρο; Ζητά τις συμβουλές σου;
«Εννοείται. Τον είχα από πολύ μικρό στις προπονήσεις, στην ακαδημία εδώ στην Έδεσσα. Εννοείται θα με ρωτήσει και θα με συμβουλευτεί κι εγώ θα του πω κάποια πράγματα μέσα από την εμπειρία που είχα αυτά τα χρόνια που έπαιζα ποδόσφαιρο».

Θα έχει καλύτερο πόδι από τον πατέρα του;
«Του εύχομαι να έχει, μακάρι. Δείχνει αρκετά καλά στοιχεία. Υπάρχει διαφορά στον τρόπο που αγωνιζόμαστε. Νομίζω ότι είναι καλύτερος σε τεχνική κατάρτιση».

Πώς είχε προκύψει το ενδιαφέρον του Ολυμπιακού;
«Είχα μιλήσει με τους προπονητές του Ολυμπιακού και τον κατέβασα μερικές μέρες για να πάρει μέρος στις προπονήσεις. Τους άρεσε και μου είπαν ότι θέλουν να τον κρατήσουν».

Ποιος ήταν ο καλύτερος συμπαίκτης που είχες στην καριέρα σου;

«Με τον Πάντιτς στον Πανιώνιο βρισκόμασταν με κλειστά μάτια. Ήταν όντως από τους καλύτερους ποδοσφαιριστές που είχα συνεργαστεί. Από εκεί και πέρα έκανα πολλούς φίλους σχεδόν σε όλες τις ομάδες».

Ποια ήταν η πιο δύσκολη στιγμή σου στον ποδόσφαιρο;

«Μια δύσκολη στιγμή ήταν η πρώτη χρονιά που πήγα στον Πανιώνιο. Περίμενα ότι θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Τα βρήκα αλλιώς. Η ομάδα υποβιβάστηκε. Εκεί που περίμενα να κάνω το άλμα και να βρω κάτι διαφορετικό, η σεζόν δεν πήγε καθόλου καλά. Ευτυχώς ήταν πρόσκαιρο. Την επόμενη σεζόν ανεβήκαμε στην πρώτη κατηγορία, αλλά ήταν στενάχωρο αυτό που συνέβη νωρίτερα».

Είχες κάποιο τραυματισμό κατά τη διάρκεια της καριέρας σου ή κάτι άλλο που να σε στεναχώρησε;

«Όχι. Αν εξαιρέσω 2-3 μυϊκούς τραυματισμούς, δεν είχα ποτέ μεγάλο τραυματισμό. Δεν έμεινα ποτέ για μεγάλο διάστημα εκτός αγώνων. Ούτε έκανα χειρουργείο».

Είναι και θέμα τύχης;
«Ασφαλώς, αλλά έχει να κάνει και με τί δουλειά έχεις κάνει από μικρός».

Όταν είπες στους γονείς σου ότι θέλεις να γίνεις ποδοσφαιριστής, πώς το αντιμετώπισαν; Τί σου είπαν;

«Είχε κάποιες αντιρρήσεις η μητέρα μου. Όπως γίνεται συνήθως, δηλαδή. Που οι μητέρες θέλουν τα παιδιά τους να διαβάζουν. Είχα τη συμπαράσταση του πατέρα μου. Έφτανα σπίτι, πετούσα την τσάντα και πηγαίναμε να παίξουμε μπάλα στη γειτονιά. Με τον καιρό, όσο τους έδειχνα ότι δεν σταματάω και ότι θέλω να ασχοληθώ με αυτό, τους έκανα να καταλάβουν. Δεν ασχολιόμουν με τίποτα άλλο πέρα από το ποδόσφαιρο».

Έχεις μετανιώσει για κάτι που έκανες ή κάτι που δεν έκανες;

«Για κάτι που έκανα δεν θα έλεγα ότι έχω μετανιώσει. Τη χρονιά μετά την κατάκτηση του Κυπέλλου από τον Πανιώνιο, είχα προτάσεις από τις μεγάλες ομάδες της Κέντρου, κάτι που δεν έγινε γιατί οι σχέσεις μου με τον Πανιώνιο είχαν περάσει σε άλλο επίπεδο. Ο πρόεδρος της ομάδας τότε είχε γίνει κουμπάρος μου, με στεφάνωσε».

Ένιωσες κι εσύ ότι θα πουλούσες τον Πανιώνιο;
«Δεν δέχονταν καμία πρόταση. Ήθελαν να ανανεώσω μετά το Κύπελλο. Είχαν γίνει κάποιες συζητήσεις, αλλά δεν δέχονταν να φύγω. Επίσης τότε δεν είχε προχωρήσει τόσο πολύ η τεχνολογία να μπορείς να μετρήσεις το λίπος του σώματος. Αν υπήρχαν αυτά, θα πρόσεχα πολύ περισσότερο τη ζωή μου. Είναι κάτι για το οποίο μετάνιωσα. Με λίγο περισσότερη σκληρή δουλειά, το ακόμα μεγαλύτερο άλμα θα το είχα κάνει. Είχα προτάσεις όπως σου είπα, αλλά δεν ήταν στο χέρι μου. Είχα συμβόλαιο με τον Πανιώνιο».

Μετά την κατάκτηση του Κυπέλλου είχες συμβόλαιο δηλαδή στον Πανιώνιο;
«Όχι, έληγε. Είχαμε κάνει συζητήσεις και νωρίτερα, αλλά ήταν σαν δεσμευτικό το να μείνω. Ήμασταν τότε μια φουρνιά καλών παικτών. Ο Ναλιτζής είχε φύγει για τον ΠΑΟΚ, ο Βόκολος με τον Φύσσα πήγαν στον Παναθηναϊκό. Είχα κι εγώ τις προτάσεις, αλλά κάπου εκεί σταματούσαν όλα γιατί η τότε διοίκηση του Πανιωνίου είχε τον Δήμο Νέας Σμύρνης. Αν έφευγα, θα επηρεαζόταν η πόλη της Νέας Σμύρνης. Αποφασίστηκε να μείνει ένας από τους 3-4 παίκτες που είχε δρομολογηθεί η αποχώρησή τους. Κι αυτός ήμουν εγώ».

Μπορείς να πεις ότι έχεις μετανιώσει γι αυτό;
«Πίεσα αρκετά εκείνο το διάστημα ώστε να κάνω το άλμα, αλλά στο τέλος δεν έγινε και συμβιβάστηκα με αυτό».

Σε επηρέασε αγωνιστικά αυτή η εξέλιξη την επόμενη σεζόν;

«Δεν με επηρέασε. Συνέχισα να δίνω αυτό που μπορώ. Έμεινα δύο χρόνια και μετά πήρα μεταγραφή στον Ηρακλή».

Αισθάνεσαι υπερήφανος για την καριέρα που έκανες;
«Θα μπορούσα να κάνω το κάτι παραπάνω, αλλά ναι, αισθάνομαι υπερήφανος. Όλα τα χρόνια που έπαιξα ήταν πολύ καλά για εμένα. Μπορεί να μην αγωνίστηκα στις 3-4 μεγάλες ομάδες, αλλά θεωρώ ότι υπήρξα στα πρώτα ονόματα της εποχής. Ήταν τιμητικό επίσης που με τον Φύσσα μάς κάλεσε στην Εθνική ο Ιορντανέσκου. Εκείνη την εποχή καλούσε 22 παίκτες από τις 3-4 μεγάλες ομάδες της χώρας. Τελικά δεν έπαιξα με την Εθνική. Ήμουν στη 18άδα στον αγώνα με την Αλβανία και εκτός αποστολής στον αγώνα με τη Γεωργία».

Εκείνη την εποχή θεωρείς ότι πρόσεχες τη ζωή σου εξωαγωνιστικά;

«Νομίζω ότι επηρεάζει η ηλικία, επηρεάζει η ομάδα. Αν αγωνίζεσαι σε λίγο πιο υψηλό επίπεδο, προσέχεις ακόμα περισσότερο. Ό,τι έγινε, έγινε σε πιο μικρή ηλικία. Όσο μεγαλώνεις ωριμάζεις και προσέχεις διαφορετικά».

Είσαι πλέον ικανοποιημένος με τη ζωή σου εδώ στην Έδεσσα;

«Είμαι αρκετά ευχαριστημένος. Πάλι ασχολούμαι με το ποδόσφαιρο. Διατηρώ την ακαδημία του Ηρακλή Έδεσσας. Είναι η ομάδα από την οποία ξεκίνησα να παίζω ποδόσφαιρο κι εκεί έκλεισα και την καριέρα μου. Για μια τριετία δεν υπήρχε η ομάδα, είχε διαλύσει και μετά την πήρα εγώ, αναλαμβάνοντας πρόεδρος και προπονητής. Με ενδιαφέρει η πορεία και η εξέλιξη των παιδιών».


Όταν αποσύρθηκες από τη δράση, είχες πρόταση να εργαστείς σε κάποια ομάδα, αναλαμβάνοντας ένα πόστο;Το επιδίωξες;
«Όχι δεν το επιδίωξα. Το άφησα. Δεν με έχουν πάρει και τα χρόνια βέβαια. Υπήρξαν στιγμές που θα μπορούσα να το επιδιώξω, αλλά δεν το ήθελα. Ήθελα πρώτα να αποκτήσω κάποιες γνώσεις. Είναι διαφορετικό το να αγωνίζεσαι και διαφορετικό το προπονητικό κομμάτι. Πήρα ένα από τα διπλώματα για την προπονητική και από εκεί και πέρα, χρόνο με το χρόνο, κερδίζω εμπειρίες και κάποια στιγμή μπορεί και να γίνει. Αλλά και να μην γίνει, το να μην έχεις πρόταση για να δουλέψεις σε μια καλή ομάδα, πάλι με ικανοποιεί που δουλεύω με τα μικρά παιδιά και που βγάζεις ταλέντα».

Υπάρχουν παιδιά από την ακαδημία σου που θα μπορούσαν να παίξουν σε υψηλό επίπεδο;

«Υπήρξαν κάποια ταλέντα που στείλαμε σε μεγάλες ομάδες. Υπάρχει κι άλλη φουρνιά, παιδιά μικρότερα σε ηλικία, που με τη δουλειά θα φανούν τα επόμενα χρόνια».

Σου άρεσε πάντα να φοράς το 10 στη φανέλα;
«Το φορούσα στον Πανιώνιο. Τότε δεν είχαμε και σταθερά νούμερα. Δεν με απασχολούσε όμως το νούμερο, δεν είναι ότι ήθελα να παίζω μόνο με αυτό στη φανέλα».

Το μακρύ σου μαλλί το διατηρείς από τότε που έπαιζες μπάλα. Δεν το έχεις κόψει ποτέ;

«Ποτέ. Απλά τώρα με τα χρόνια πέφτει λίγο...».

Το θεωρούσες σήμα κατατεθέν σου;
«Όχι σήμα κατατεθέν, αλλά μου άρεσε και το είχα μια ζωή έτσι. Δεν το κούρεψα ποτέ, εκτός από μια χρονιά στον Άρη, όταν και υπηρέτησα στον Στρατό».